Thursday, August 24, 2006

....busy....

Paw sto dentro to mikro
Apo katw
Vazw tin petseta kai 3 vivlia sti skia
Me haideuei ena aeraki filos
Labyrizei i thalassa
Mia varkoula me kalei konta tis na kolimbisw gyrw gyrw
Kai meta aristera pros to vraho kai pisw apo auton
Anaskela ston ilio
Vregmena podia, vregmena heria kai ygri psyhi pou stazei sto mualo mou ligo meli kai agapi
Koitaw makria, ftanei poly makria to vlemma mou, den to stamataei tipota
Kavalaw ti simadoura kai sikwnomai pio psila
Twra boro na dw akoma pio makria
Den me stamataei tipota

Monday, August 21, 2006

sarakiniko

tsigkrado

Wednesday, February 15, 2006

summer

In the depth of winter I finally learned that there was in me an invincible summer.
Albert Camus

Tuesday, February 14, 2006

a song

listen to Jonatha Brooke - "Eye in the sky" song

virgin mother

to my unearthly loose palace

temptation...temptation....από diana krall
μεσημέρι στη γειτονιά με τις πιο άσχημες αμφιθεατρικά στρωμένες πολυκατοικίες, σε θέα από τον 5ο όροφο του γυάλινου κτιρίου. απέναντι δυο φίλοι, αναγκαστικοί. πρωινοί.
"γυρνάω προς το μέρος σου...τι ήσυχος που είσαι όταν κοιμάσαι...προσωπάκι μου. φιλί κάτω από τα μάτια σου. τα ανοίγεις για λίγο. βεβαιώνεσαι, επαναπαύεσαι και τα ξανακλείνεις με μισό πανέμορφο χαμόγελο. περνάω το χέρι μου σε όλο το ακάλυπτο σώμα σου και σηκώνομαι. κατεβαίνω στις μύτες την ξύλινη σκάλα, ανοίγω τα παράθυρα...τι ερωτικός ήλιος, χυμοί και χρώματα προλαβαίνουν να μπουν μέσα στη φωλιά μας. βάζω καφέ. και μουσική. μπορώ να κάτσω αμέτρητες ώρες εδώ, μέχρι να κατέβεις, να έρθεις από πίσω μου, να μου κλείσεις τα μάτια. δεν τρομάζω. αφού θα πάρω το φιλί σου στο λαιμό μου"
τηλέφωνο. ούτε ένα όνειρο δεν μπορείς να κάνεις ξύπνιος μέσα σε κόσμο

Tuesday, January 17, 2006

θάλασσα

μου έχεις λείψει, λίγο ήλιος ακόμα και σου έρχομαι!

Friday, November 11, 2005

στο δρόμο για το πέτρινο σπίτι

Eίχα μάθει πια κάθε στροφή, κάθε επικίνδυνο στενό δρομάκι, που κρύβει για λίγο την αποκάλυψη μιας ακόμα οπτικής γωνίας αυτού του υπέροχου ουρανού, του πλημμυρισμένου από τις αντανακλάσεις του σκληρού, αγέρωχου, περήφανου τοπίου.
Σου άρεσε να με ρωτάς πάντα:
"Για να δούμε, ξέρεις τώρα ποιο δρόμο πρέπει να πάρουμε για να πάμε στο σπίτι;", "ποιο είναι το σημαδάκι μας για να φτάσουμε στο χωριό;"
Και εγώ σου χαμογελούσα, και κοιτώντας σε λοξά, έστριβα με περηφάνια το τιμόνι, που γνωρίζω. Και δεχόμουν την επιβράβευσή σου με ένα φιλί.
Εδώ και ώρες δεν μας ακολουθούσε κανείς. τους είχαμε ξεφύγει. Άντε, στην αρχή μέχρι τη μεγάλη γέφυρα, που τόσο μου άρεσε να σκαρφαλώνω στο παράθυρο για να δω το γκρεμό της, είχαμε λίγους συνοδοιπόρους, από αυτούς τους εκλεκτούς, τους "δικούς μας". Ή τους αγαπημένους μας στις νταλίκες. Και αυτούς τους αφήναμε να μας προσπεράσουν. Δεν βιαζόμασταν. Τους αφήναμε να περάσουν και να μας φωτίζουν το δρόμο, να διαγράφουμε πίσω τους τη γλυκιά μας διαδρομή. Είχαμε όλο το χρόνο μπροστά μας. Εξάλλου το ταξίδι ήταν και αυτό μέρος της απόδρασης, της μεγάλης απόδρασης. από την πόλη, από το θόρυβο, από τα εμπόδια στην αγκαλιά μας, από τους άλλους, από τα μοναχικά μας κρεβάτια, από τα ποτά κάτω από αδιάφορα βλέμματα, από τις κακές πτυχές των εαυτών μας, από την κούρασή μας από την ψεύτικη ζωή, από την προσποιητή καλημέρα, από τα άχρωμα μεσημέρια, τα ανούσια απογεύματα, από την απουσία ήχων και εικόνων με έντονα χρώματα.
Η μουσική ήταν πάντα "road". Και όταν τα είχαμε ακούσει όλα πιάναμε το τραγούδι. Ήμασταν να μας έβλεπε κάποιος: δυο τρελοί μες στο χειμώνα, με τις πιο άστατες καιρικές συνθήκες, μες σε τέτοια βροχή, που δε βλέπαμε απέναντι, να τραγουδάμε οδηγώντας, δυνατά.. Και να γελάμε... Σκοτάδι, κανένα φως στος επαρχιακούς δρόμους, βουνά, στροφές... Και εμείς εκεί, από ρεμπέτικα μέχρι gallaher και floyd.
Με κολλημένο το χαμόγελο από την ώρα που μου κόρναρες ρυθμικά κάτω από το σπίτι και γεμίζαμε το πορτπαγκάζ με φιλιά, συνεχίζαμε ακούραστοι, εναλλάξ στο τιμόνι και με τη σιωπηλή συμφωνία να θυμόμαστε και να μιλάμε μόνο για αυτά που μας γεμίζουν και μας ταξιδεύουν.
Προς το τέλος, εγώ έκανα τη μπέμπα, αντιγραφή της στάσης της κόρης στον πατέρα την ώρα που το μακρύ ταξίδι δεν λέει να τελειώσει, στάση που ποτέ δεν είχα, αλλά ήρθε η ώρα μου να αποκτήσω με σένα, την αγάπη μου μπαμπά. "Δημήτρηηηη, φτάνουμεεεε;;;;, Ακόμααααα;;;;;;;;;". Και έκανα πως κοιμόμουν, ή κοιμόμουν πραγματικά για λίγο, αποκύημα της απέραντης ασφάλειας και θαλπωρής που ένιωθα κοντά σου, σε αυτή τη διαδρομή.
Μετά, το βασανιστήριο: εκεί που έχω βολευτεί στραβοκαθισμένη και πιασμένη στο κάθισμα του αυτοκινήτου, με σηκώνεις. "Φτάσαμε ελλάκι μου". Έξω καταρρακτώδης βροχή. Πώς θα φτάσουμε στο σπίτι μέσα από το πλακόστρωτο ανηφορικό μονοπάτι των τριών στροφών με αυτή τη βροχή και φως μηδέν, στο απόλυτο σκοτάδι; "Κράτα μου το χέρι, φοβάμαι."
Στο ένα χέρι η εκδρομική τσάντα, λες και είμαστε δεκαπεντάχρονα σε κάμπινγκ, τα ψώνια από το τοπικό μάρκετ, το κασετόφονο μες στο δερμάτινο μπουφάν σου να μην βραχεί, τα μισά ξύλα για το τζάκι, - θα κάνει πολλές διαδρομές για να φέρει και τα υπόλοιπα, σκέφτομαι - ο φακός στο άλλο και εσύ να μου κρατάς το χέρι γιατί φοβάμαι στο σκοτάδι. Κρύο τρελό. Και εκεί που παίρνουμε την πρώτη στροφή, μέσα στο ημίφως η απόλυτη σκηνή που κάθε φορά τέτοια ώρα αντικρύζαμε, 10 φορές το χρόνο για τρεις μέρες όλη μέρα, το απόλυτο τοπίο που όσο ζω δεν θα ξεχάσω ποτέ, το τελευταίο που θα ήθελα να δω μαζί σου πριν πεθάνω. Το λέω και δακρύζω.
Απέραντο βαθύ μπλέ, απέραντος σκοτεινός ουρανός με αστραπές και όλα τα πιθανά συμπλέγματα να χορεύουν μπροστά μας, κάτω από τα πέτρινα τείχη των πύργων. Και ανάμεσα από τους άγριους θάμνους. Αύριο την ίδια θέα θα την δούμε στο φως της μέρας. Με άλλα χρώματα. Με άλλους χορούς. με άλλα παιχνιδίσματα. Ζω για αυτό. Θα ζω για αυτό ολόκληρες τρεις ημέρες. Πόσο τυχερή είμαι...Στεκόμαστε λίγο, με κρατάς και με φιλάς, εκεί, μπροστά στη μαγεία μας, την αποκλειστικά δική μας, μόνοι μας, ούτε ίχνος ανθρώπου σε χιλιόμετρα τριγύρω, ποιοι τρελοί επισκέπτονται τα μέρη τους τέτοιο σκοτεινό και βροχερό τριήμερο; Κανείς. Μόνο εμείς. Απόλυτη ησυχία, ήχοι μόνο γήινοι, του αέρα και του χώματος, της φύσης και των ζώων. Σε φιλάω.
Φτάσαμε στο εκκλησάκι του Αγ. Δημητρίου. Απέναντι το σπιτάκι μας. Το πέτρινο, στέρεο, ασφαλές σπιτάκι μας, το ζεστό μας καταφύγιο, η φωλιά των πιο δυνατών στιγμών της ζωής μου, το πεδίο του μεγαλύτερου μου έρωτα.
Σταματάω να γράφω. Στο πάτωμα ποτήρι λευκό κρασί. Μουσική. Γυρνάω δίπλα στη φωτογραφία του. Το έχω βάλει σε κορνίζα, ναι. Το σπιτάκι μας. Και ας χάθηκες. Γκρι μεγάλες πέτρες, καφέ παράθυρα, το μπαλκονάκι μας, τι έχουμε ζήσει εκεί;....σκέφτομαι... Όλη μας τη ζωή. Τη δική μου σίγουρα. Κλειστό. Σχεδόν απροσπέλαστο. Ισχυρό, περήφανο, σαν το τοπίο, ροκ, όμορφο...Μου λείπει.
Άνοιγες την ξύλινη βαριά πόρτα με το μεγάλο παλιό σκουριασμένο κλειδί και αφού τοποθετούσαμε τα τρόφιμα και τα υπόλοιπα πράγματα, πήγαινες να φέρεις τα υπόλοιπα ξύλα και ξεκινούσες την προετοιμασία για το άναμμα της φωτιάς στο τζάκι.
Μέχρι να ζεσταθεί το σπίτι, εγώ άνοιγα το κόκκινο κρασί και έπινα λιγάκι. Σου χαμογελούσα συνωμοτικά και σε κερνούσα από το ίδιο ποτήρι. Το κατέβαζες μονομιάς. Αφού τα ετοίμαζες όλα και η φωτιά ολοένα και δυνάμωνε, κάθιζες αναπαυτικά το μεγάλο σώμα σου, κουρασμένο πια, στην πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι. Πριν προλάβεις την πρώτη εκπνοή, σκαρφάλωνα πάνω σου και σε γέμιζα ξανά φιλιά, ερωτικά.
Η νύχτα ήταν ακόμα μικρή. Το πρώτο μας ξενύχτι θα λάμβανε χώρα εκεί μπροστά στο τζάκι, μέχρι το ξημέρωμα. Με τραβούσες έξω να δούμε τα πρώτα θολά χρώματα της αυγής στον ουρανό μας. Σε αυτόν τον τόπο όλα ήταν δικά μας: ο ουρανός μας, η θάλασσα απέναντι, η θάλασσά μας, το βουνό μας, το εκκλησάκι μας, τα πυργόσπιτά μας στο λόφο πάνω από το σπίτι, τα ερείπια των μεσαιωνικών και βυζαντινών κάστρων μας, το πρωινό μας πάλι μπροστά στο τζάκι, το κρεβάτι μας, το μπαλκόνι μας, οι στιγμές μας, η βροχή μας, η ομίχλη μας, εσύ μου.
Και λίγο πριν την πρώτη ηλιακτίδα πηγαίναμε για ύπνο. Τον πιο ήσυχο, γαλήνιο ύπνο, που μας έβρισκε αγκαλιά. Το πρωί μας έβρισκε σε ακόμα πιο αφιχτή αγκαλιά, αφού έψαχνα στο όνειρό μου να έρθω ακόμα πιο κοντά σου.
Πριν να ανοίξω τα μάτια μου και χωρίς να ενεργοποιηθούν όλες οι αισθήσεις, ακούω έναν γλυκύτατο ήχο κελαηδισμάτων. Αποτυπώνω τη μελωδία τους στο μπράτσο σου με τα δάχτυλά μου και ακούω το χαμόγελό σου. Καλημέρα.

Friday, September 16, 2005

γιατί είσαι τόσο μακριά μου;

Όπισθεν

Όπισθεν

στο Δημήτρη

Με κατεβασμένα στόρια κυλάει και αυτό το απόγευμα
Χειμερινό σούσουπο χωρίς αγκαλιές
Αμίλητα πρόσωπα χτυπήστε άλλη μια φορά
Θα απαντήσω στην τρίτη
Τις πρώτες δύο μου τις έκαψε αυτός
Τις πήρε μαζί του

Έδωσε στο θάνατο τα όνειρά μας
Και γύρισε να φύγει με την όπισθεν
Ακόμα με κοιτάει
Αλλά με την όπισθεν στα χίλια

Μεγάλος δρόμος
Χιλιομετρική φυγή
Καπνός δεν γίνεται με θέλω
Απέραντη απόσταση
Τη ζεσταίνει ακόμα η ανάσα σου
Της τραγουδούν οι ψίθυροί σου

Δεν πρόλαβα να πιάσω το χέρι σου
Το είχες στην τσέπη με τα αγκάθια
Και σου φίλησα μόνο
Την τελευταία μας τη βόλτα

Ακόμα δεν τελείωσε αυτή η διαδρομή σου
Η διαδρομή σου στη φυγή από μένα
Με την όπισθεν
Μαρτυρική
Με τα μάτια σου να κοιτάνε
Το απειροελάχιστο σημείο που σχηματίζει η φιγούρα μου
Και δεν με έχεις χάσει ακόμα
Από τα μάτια σου
Φωτίζω σαν μισογκρεμισμένος φάρος
Στα μοναχικά νησιά
Που ενώ μετρά αιώνα
Το φως του ακόμα τυφλώνει
Τους τελευταίους ναυτικούς
Που γυρίζουν από ταξίδια απελπισμένα

Ακόμα δεν χάθηκες
Στην με την όπισθεν φυγή σου