Eίχα μάθει πια κάθε στροφή, κάθε επικίνδυνο στενό δρομάκι, που κρύβει για λίγο την αποκάλυψη μιας ακόμα οπτικής γωνίας αυτού του υπέροχου ουρανού, του πλημμυρισμένου από τις αντανακλάσεις του σκληρού, αγέρωχου, περήφανου τοπίου.
Σου άρεσε να με ρωτάς πάντα:
"Για να δούμε, ξέρεις τώρα ποιο δρόμο πρέπει να πάρουμε για να πάμε στο σπίτι;", "ποιο είναι το σημαδάκι μας για να φτάσουμε στο χωριό;"
Και εγώ σου χαμογελούσα, και κοιτώντας σε λοξά, έστριβα με περηφάνια το τιμόνι, που γνωρίζω. Και δεχόμουν την επιβράβευσή σου με ένα φιλί.
Εδώ και ώρες δεν μας ακολουθούσε κανείς. τους είχαμε ξεφύγει. Άντε, στην αρχή μέχρι τη μεγάλη γέφυρα, που τόσο μου άρεσε να σκαρφαλώνω στο παράθυρο για να δω το γκρεμό της, είχαμε λίγους συνοδοιπόρους, από αυτούς τους εκλεκτούς, τους "δικούς μας". Ή τους αγαπημένους μας στις νταλίκες. Και αυτούς τους αφήναμε να μας προσπεράσουν. Δεν βιαζόμασταν. Τους αφήναμε να περάσουν και να μας φωτίζουν το δρόμο, να διαγράφουμε πίσω τους τη γλυκιά μας διαδρομή. Είχαμε όλο το χρόνο μπροστά μας. Εξάλλου το ταξίδι ήταν και αυτό μέρος της απόδρασης, της μεγάλης απόδρασης. από την πόλη, από το θόρυβο, από τα εμπόδια στην αγκαλιά μας, από τους άλλους, από τα μοναχικά μας κρεβάτια, από τα ποτά κάτω από αδιάφορα βλέμματα, από τις κακές πτυχές των εαυτών μας, από την κούρασή μας από την ψεύτικη ζωή, από την προσποιητή καλημέρα, από τα άχρωμα μεσημέρια, τα ανούσια απογεύματα, από την απουσία ήχων και εικόνων με έντονα χρώματα.
Η μουσική ήταν πάντα "road". Και όταν τα είχαμε ακούσει όλα πιάναμε το τραγούδι. Ήμασταν να μας έβλεπε κάποιος: δυο τρελοί μες στο χειμώνα, με τις πιο άστατες καιρικές συνθήκες, μες σε τέτοια βροχή, που δε βλέπαμε απέναντι, να τραγουδάμε οδηγώντας, δυνατά.. Και να γελάμε... Σκοτάδι, κανένα φως στος επαρχιακούς δρόμους, βουνά, στροφές... Και εμείς εκεί, από ρεμπέτικα μέχρι gallaher και floyd.
Με κολλημένο το χαμόγελο από την ώρα που μου κόρναρες ρυθμικά κάτω από το σπίτι και γεμίζαμε το πορτπαγκάζ με φιλιά, συνεχίζαμε ακούραστοι, εναλλάξ στο τιμόνι και με τη σιωπηλή συμφωνία να θυμόμαστε και να μιλάμε μόνο για αυτά που μας γεμίζουν και μας ταξιδεύουν.
Προς το τέλος, εγώ έκανα τη μπέμπα, αντιγραφή της στάσης της κόρης στον πατέρα την ώρα που το μακρύ ταξίδι δεν λέει να τελειώσει, στάση που ποτέ δεν είχα, αλλά ήρθε η ώρα μου να αποκτήσω με σένα, την αγάπη μου μπαμπά. "Δημήτρηηηη, φτάνουμεεεε;;;;, Ακόμααααα;;;;;;;;;". Και έκανα πως κοιμόμουν, ή κοιμόμουν πραγματικά για λίγο, αποκύημα της απέραντης ασφάλειας και θαλπωρής που ένιωθα κοντά σου, σε αυτή τη διαδρομή.
Μετά, το βασανιστήριο: εκεί που έχω βολευτεί στραβοκαθισμένη και πιασμένη στο κάθισμα του αυτοκινήτου, με σηκώνεις. "Φτάσαμε ελλάκι μου". Έξω καταρρακτώδης βροχή. Πώς θα φτάσουμε στο σπίτι μέσα από το πλακόστρωτο ανηφορικό μονοπάτι των τριών στροφών με αυτή τη βροχή και φως μηδέν, στο απόλυτο σκοτάδι; "Κράτα μου το χέρι, φοβάμαι."
Στο ένα χέρι η εκδρομική τσάντα, λες και είμαστε δεκαπεντάχρονα σε κάμπινγκ, τα ψώνια από το τοπικό μάρκετ, το κασετόφονο μες στο δερμάτινο μπουφάν σου να μην βραχεί, τα μισά ξύλα για το τζάκι, - θα κάνει πολλές διαδρομές για να φέρει και τα υπόλοιπα, σκέφτομαι - ο φακός στο άλλο και εσύ να μου κρατάς το χέρι γιατί φοβάμαι στο σκοτάδι. Κρύο τρελό. Και εκεί που παίρνουμε την πρώτη στροφή, μέσα στο ημίφως η απόλυτη σκηνή που κάθε φορά τέτοια ώρα αντικρύζαμε, 10 φορές το χρόνο για τρεις μέρες όλη μέρα, το απόλυτο τοπίο που όσο ζω δεν θα ξεχάσω ποτέ, το τελευταίο που θα ήθελα να δω μαζί σου πριν πεθάνω. Το λέω και δακρύζω.
Απέραντο βαθύ μπλέ, απέραντος σκοτεινός ουρανός με αστραπές και όλα τα πιθανά συμπλέγματα να χορεύουν μπροστά μας, κάτω από τα πέτρινα τείχη των πύργων. Και ανάμεσα από τους άγριους θάμνους. Αύριο την ίδια θέα θα την δούμε στο φως της μέρας. Με άλλα χρώματα. Με άλλους χορούς. με άλλα παιχνιδίσματα. Ζω για αυτό. Θα ζω για αυτό ολόκληρες τρεις ημέρες. Πόσο τυχερή είμαι...Στεκόμαστε λίγο, με κρατάς και με φιλάς, εκεί, μπροστά στη μαγεία μας, την αποκλειστικά δική μας, μόνοι μας, ούτε ίχνος ανθρώπου σε χιλιόμετρα τριγύρω, ποιοι τρελοί επισκέπτονται τα μέρη τους τέτοιο σκοτεινό και βροχερό τριήμερο; Κανείς. Μόνο εμείς. Απόλυτη ησυχία, ήχοι μόνο γήινοι, του αέρα και του χώματος, της φύσης και των ζώων. Σε φιλάω.
Φτάσαμε στο εκκλησάκι του Αγ. Δημητρίου. Απέναντι το σπιτάκι μας. Το πέτρινο, στέρεο, ασφαλές σπιτάκι μας, το ζεστό μας καταφύγιο, η φωλιά των πιο δυνατών στιγμών της ζωής μου, το πεδίο του μεγαλύτερου μου έρωτα.
Σταματάω να γράφω. Στο πάτωμα ποτήρι λευκό κρασί. Μουσική. Γυρνάω δίπλα στη φωτογραφία του. Το έχω βάλει σε κορνίζα, ναι. Το σπιτάκι μας. Και ας χάθηκες. Γκρι μεγάλες πέτρες, καφέ παράθυρα, το μπαλκονάκι μας, τι έχουμε ζήσει εκεί;....σκέφτομαι... Όλη μας τη ζωή. Τη δική μου σίγουρα. Κλειστό. Σχεδόν απροσπέλαστο. Ισχυρό, περήφανο, σαν το τοπίο, ροκ, όμορφο...Μου λείπει.
Άνοιγες την ξύλινη βαριά πόρτα με το μεγάλο παλιό σκουριασμένο κλειδί και αφού τοποθετούσαμε τα τρόφιμα και τα υπόλοιπα πράγματα, πήγαινες να φέρεις τα υπόλοιπα ξύλα και ξεκινούσες την προετοιμασία για το άναμμα της φωτιάς στο τζάκι.
Μέχρι να ζεσταθεί το σπίτι, εγώ άνοιγα το κόκκινο κρασί και έπινα λιγάκι. Σου χαμογελούσα συνωμοτικά και σε κερνούσα από το ίδιο ποτήρι. Το κατέβαζες μονομιάς. Αφού τα ετοίμαζες όλα και η φωτιά ολοένα και δυνάμωνε, κάθιζες αναπαυτικά το μεγάλο σώμα σου, κουρασμένο πια, στην πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι. Πριν προλάβεις την πρώτη εκπνοή, σκαρφάλωνα πάνω σου και σε γέμιζα ξανά φιλιά, ερωτικά.
Η νύχτα ήταν ακόμα μικρή. Το πρώτο μας ξενύχτι θα λάμβανε χώρα εκεί μπροστά στο τζάκι, μέχρι το ξημέρωμα. Με τραβούσες έξω να δούμε τα πρώτα θολά χρώματα της αυγής στον ουρανό μας. Σε αυτόν τον τόπο όλα ήταν δικά μας: ο ουρανός μας, η θάλασσα απέναντι, η θάλασσά μας, το βουνό μας, το εκκλησάκι μας, τα πυργόσπιτά μας στο λόφο πάνω από το σπίτι, τα ερείπια των μεσαιωνικών και βυζαντινών κάστρων μας, το πρωινό μας πάλι μπροστά στο τζάκι, το κρεβάτι μας, το μπαλκόνι μας, οι στιγμές μας, η βροχή μας, η ομίχλη μας, εσύ μου.
Και λίγο πριν την πρώτη ηλιακτίδα πηγαίναμε για ύπνο. Τον πιο ήσυχο, γαλήνιο ύπνο, που μας έβρισκε αγκαλιά. Το πρωί μας έβρισκε σε ακόμα πιο αφιχτή αγκαλιά, αφού έψαχνα στο όνειρό μου να έρθω ακόμα πιο κοντά σου.
Πριν να ανοίξω τα μάτια μου και χωρίς να ενεργοποιηθούν όλες οι αισθήσεις, ακούω έναν γλυκύτατο ήχο κελαηδισμάτων. Αποτυπώνω τη μελωδία τους στο μπράτσο σου με τα δάχτυλά μου και ακούω το χαμόγελό σου. Καλημέρα.